Αφιέρωμα στο ζωγράφο Klimt

Βιογραφία
Ο Κλιμτ γεννήθηκε στο Μπάουμγκαρτεν, κοντά στην πόλη της Βιέννης, και ήταν το δεύτερο από τα επτά παιδιά του φτωχού χαράκτη Ερνστ Κλιμτ και της Άννας Φίνστερ. Σε ηλικία δεκατεσσάρων ετών γράφτηκε στη Σχολή Εφαρμοσμένων Τεχνών (Kunstgewerbeschule) της Βιέννης. Τα επόμενα χρόνια μελέτησε διάφορες τεχνικές, όπως το ψηφιδωτό και τη νωπογραφία, με τον καθηγητή Φέρντιναντ Λάουφμπεργκερ. Το 1880 μαζί με τον αδελφό του, Ερνστ, και τον Φραντς Ματς (Frantz Matsch) ανέλαβαν την πρώτη του παραγγελία που αφορούσε πίνακες για το Μέγαρο Στουράνι (Sturany) της Βιέννης καθώς και ορισμένες τοιχογραφίες για την οροφή των ιαματικών λουτρών του Κάρλσμπαντ. Σύντομα, ο Κλιμτ άρχισε να καθιερώνεται. Το 1888, ο αυτοκράτορας Φραγκίσκος Ιωσήφ του απένειμε το χρυσό μετάλλιο του Τάγματος της Τιμής για το σύνολο της συνεισφοράς του στην τέχνη ενώ για τις τοιχογραφιες του στα κλιμακοστάσια του Burgtheater (θέατρο της πόλης) το 1888 απέσπασε το Αυτοκρατορικό Βραβείο. Παρά την αναγνώριση του έργου του, το 1893 δεν κατάφερε να διοριστεί καθηγητής στην Ακαδημία Καλών Τεχνών έπειτα από άρνηση του υπουργείου Πολιτισμού να επικυρώσει το διορισμό του.

Προσωπογραφία της Adele Bloch-Bauer I, 1907, Λάδι, χρυσός και άργυρος σε μουσαμά, 138 x 138 εκ., Neue Galerie, Νέα Υόρκη
Ο Κλιμτ υπήρξε ιδρυτικό μέλος και πρόεδρος της Απόσχισης της Βιέννης, το 1897, η οποία σύμφωνα με τη διακήρυξη του Χέρμαν Μπαρ (Hermann Bahr) στον κατάλογο της πρώτης έκθεσης της ομάδας, αποτελούσε μία «μάχη για την πρόοδο των σύγχρονων καλλιτεχνών ενάντια στα γεράκια που αυτοαποκαλούνται καλλιτέχνες αλλά έχουν εμπορικό συμφέρον να παρακωλύουν την άνθιση της τέχνης». Στη ζωγραφική και τις εφαρμοσμένες τέχνες, η Απόσχιση διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο στην ανάπτυξη της Αρ Νουβό, ενάντια στις αρχές του ακαδημαϊσμού. Ο Κλιμτ συμμετείχε στις εκθέσεις της, ενώ έγραφε συχνά και στο περιοδικό που εξέδιδε, με τίτλο Ver Sancrum.

Περίπου το 1894, σε συνεργασία με τον Ματς, ο Κλιμτ είχε αναλάβε να φιλοτεχνήσει τους τοίχους και την οροφή της Μεγάλης Αίθουσας του Πανεπιστημίου της Βιέννης, το έργο όμως ολοκληρώθηκε μόλις στις αρχές του 20ού αιώνα, Οι τρεις πίνακες που ολοκλήρωσε ο Κλιμτ, Φιλοσοφία, Ιατρική και Νομική, θεωρήθηκαν από πολλούς σκανδαλώδεις, κυρίως εξαιτίας του έντονου ερωτικού στοιχείου τους, ενώ ο ίδιος ο ζωγράφος κατηγορήθηκε ως «πορνογράφος», με αποτέλεσμα να μην χρησιμοποιηθούν στη διακόσμηση της οροφής. Το έργο αποτέλεσε την τελευταία δημόσια ανάθεση που ανέλαβε. Σήμερα, τα έργα αυτά μας είναι γνωστά από ασπρόμαυρες φωτογραφίες τους και μία αντιγραφή λεπτομέρειας της Ιατρικής (Υγεία), καθώς καταστράφηκαν απο τα SS στα τέλη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου καθώς αποχωρούσαν από την πόλη.

Την ίδια περίπου περίοδο, ολοκλήρωσε αρκετές προσωπογραφίες γυναικών της βιεννέζικης αστικής τάξης, που στάθηκε προστάτιδα της Απόσχισης. Οι πίνακες αυτοί παρείχαν οικονομική ανεξαρτησία στον Κλιμτ, ο οποίος φρόντισε να πληρώσει ώστε να του επιστραφούν οι πίνακες που είχε φιλοτεχνήσει για το πανεπιστήμιο της Βιέννης. Για τις ανάγκες της 14ης έκθεσης της Απόσχισης, ο Κλιμτ δημιούργησε το 1902 την τοιχογραφία Ζωφόρος του Μπετόβεν, έργο που αποτελούσε φόρο τιμής στον Λούντβιχ βαν Μπετόβεν και βασίστηκε στην 9η Συμφωνία του. Ο Ροντέν συνεχάρη τον Κλιμτ για τη ζωφόρο, την οποία χαρακτήρισε «τραγική και θεϊκή», αν και η υποδοχή της υπήρξε γενικά αρνητική ακόμα και μέσα στους κόλπους της Απόσχισης, από την οποία τελικά αποχώρησε το 1905.

Μεταξύ 1905 και 1909, ο Κλιμτ δούλεψε πάνω στην μεγάλη τοιχογραφία του μεγάρου Στόκλετ. Ο Βέλγος βιομήχανος Αδόλφος Στόκλετ παρήγγειλε στους Γιόζεφ Χόφμαν και Γκουσταφ Κλιμτ την κατασκευή και διακόσμηση της νέας του έπαυλης στη Βιέννη. Ο Κλιμτ φιλοτέχνησε μια ψηφιδωτή ζωφόρο, χωρισμένη σε 3 μέρη, από μάρμαρο με ενθέματα χρυσού, σμάλτου και ημιπολύτιμων λίθων. Καθώς οι Στόκλετ ενδιαφέρονταν για την τέχνη της Ανατολής, ο Κλιμτ δημιούργησε σχετικά μοτίβα, εμπνευσμένα από την Άπω Ανατολή και τα ψηφιδωτά της Ραβένας. Κεντρικό μοτίβο αποτελεί το περίφημο Δέντρο της Ζωής. Αργότερα θα αναπτύξει το ίδιο μοτίβο και στο αριστούργημά του Το φιλί (1907-1908).

Το 1909 ταξίδεψε στο Παρίσι και ανακάλυψε το έργο των φωβιστών και του Ανρί ντε Τουλούζ-Λωτρέκ τον επόμενο χρόνο συμμετείχε με επιτυχία στην 9η Μπιενάλε της Βενετίας. Τον Ιανουάριο του 1918, ένα εγκεφαλικό επεισόδιο τον κατέστησε παράλυτο από τη δεξιά πλευρά του σώματός του. Πέθανε στις 6 Φεβρουαρίου 1918 από αποπληξία αφήνοντας πολλά έργα ημιτελή. Η ταφή του έγινε τέσσερις ημέρες αργότερα, στο κοιμητήριο Χίτσινχ (Hietzing).

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s